ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Οι Δόν Κιχώτες πάν μπροστά κι οι Σάντσοι ακολουθάνε ! (Μια αναφορά στον Κώστα Ουράνη)

Ο Κώστας Ουράνης

Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη
Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης και Δημοσιογράφος


Κάποτε λογοτεχνικό περιοδικό, απέρριψε ποίηση μου με την δικαιολογία
πως μοιάζει παλαική. Αστείο μέγα. Η τέχνη και η ποίηση ειδικότερα ποτέ
δεν παλιώνει. Γενικότερα δεν υπάρχει παλαιό και νέο στην τέχνη, μόνον
άξιο λόγου και μη.  Η ποιητική φόρμα στις μέρες μας έχει ξεχειλώσει
τόσο, όσο γεμίζει τις τσέπες των “εκδοτών” με χρήμα. Ένα κίνητρο που
δυστυχώς χαρακτηρίζει αρκετά εώς πολύ τον χώρο και απομακρύνει όλο και
περισσότερο κόσμο απο την πραγματική ποίηση και την τέχνη γενικότερα.



Δεν γράφουμε ποιηση ώστε να ανεβάσουμε το εισόδημα μας. Τέτοια
πράγματα σε έναν άκρως υλιστικό κόσμο δεν γίνονται. Δεν
μετασχηματίζουμε σε ευρώ ή όποιο άλλο νόμισμα, τις πληγές, τα όνειρα,
τους πόνους της ψυχής μας, δεν παράγουμε τέλος ψεύτικα συναισθήματα,
αλλά προσπαθούμε να καταγράψουμε την δική μας εντύπωση απο τον κόσμο
μας γύρω. Να διατυπώσουμε στο χαρτί, το τι μας γέννησε την ανάγκη την
φυσική για ορισμένους πραγματικούς ποιητές, να αρχίσουμε να γράφουμε.
Οχι προς φιλαυτία ή κενότητα, αλλά προς υπόδειξιν στους άλλους του
πραγματικού κόσμου και πρωτιστως σε εμάς τους ίδιους. Προς κατάθεση
ψυχής η οποία δεν συνοδεύεται τις περισσότερες φορές απο αύξηση των
τραπεζικών μας καταθέσεων.

Το πάν στην ζωή είναι το κίνητρο. Μιλώ με αρκετούς νέους ανερχόμενους
ή μη καλλιτέχνες και το πρώτο μου ερώτημα είναι “Γιατι κάνεις τέχνη”.
Αν μου απαντήσουν εύκολα, προκειμένου να με ξεφορτωθούν, τούτο
σημαίνει αίφνης, πως δεν ξέρουν ούτε το που βρίσκονται ούτε το τι
ζητούν απο όλο αυτό τον ψυχικό μηχανισμό, ο οποίος ενεργοποιείται όταν
πρέπει και όταν θέλει και υπό συγκεκριμένες συνθήκες, όταν αυτό
γίνεται αληθινά με σκοπό την τέχνη.

Είναι το λοιπόν, πολύ σημαντικό το κίνητρο στην ζωή. Το γιατι κάνουμε
πράγματα και απο τι ορμώμενοι. Τούτο, μαζί με τον χρόνο, θα καθορίσει
το εάν θα μείνει κανείς στην αρένα της τέχνης ως το τέλος της ζωής του
ή αν η ίδια η τέχνη θα τον πετάξει στο καναβάτσο. Θα τον απορρίψει.
Δεν κάνουμε τέχνη για τον κόσμο. Έχουμε τόσα άλλα που κάνουμε για τους
άλλους. Κάνουμε τέχνη για  εμάς. Η πραγματική τέχνη, είναι εγωιστικόν,
μοναχικόν άθλημα. Και ο αθλητής θα πρέπει να είναι ο πιο
σκληραγωγημένος απο όλους. Ας το έχουμε όλοι εμείς οι γράφοντες και
υπογράφοντες κατά νού, την επόμενη φορά που κάτι θα μας υποχρεώσει να
γεμίσουμε μια σελίδα με σκέψεις ενός χαρτιού ηλεκτρονικού ή έντυπου.
Ας προσέξουμε όλοι την ευθύνη μας. Πρώτα σε εμάς και έπειτα σε όσους
έλθουν σε επαφή με τα κείμενα μας.

Η σημερινή μου αναφορά, έχει να κάνει με τον Κώστα Ουράνη. Έναν
άνθρωπο τον οποίον εγώ προσωπικά θεωρώ ως έναν απο τους τελευταίους
μεγάλους λογοτέχνες. Το ύφος, η ποιητική του φόρμα, οι ιδέες του,
είναι ξεχωριστές αλλά συνάμα και απασχολούν πάντα την ανθρώπινη ψυχή.
Είναι ο ποιητής – αναπολητής της ζωής, είναι ο λογοτέχνης που σε
μεταφέρει με το έργο του σε τόπους ξένους φαντασιακούς ή πραγματικούς,
μα είτε ο τόπος είναι γέννημα μιας φαντασίας, είτε είναι πραγματικός,
εφόσον διέρχεται μέσα απο τα φίλτρα ενός λογοτέχνη πραγματικά άξιου,
μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο. Σε κάτι δικό του. Ίσως τελικά να
προσλαμβάνουμε απο ένα έργο αυτό που είχε στο μυαλό του ο λογοτέχνης
να γίνει, αλλά δεν έγινε ποτέ Και κείνο το δικό του προσλαμβάνουμε
όλοι εμείς οι αναγνωστες και είτε το λατρεύουμε, είτε οχι. Είτε μας
στιγματίζει και μας καθορίζει, είτε μας αφήνει παντελώς αδιάφορους. Ο
Ουράνης πάντως, αξίζει την προσοχή μας τόσο για τον όγκο του έργου
του, όσο και για την προφανή ποιότητα του.

Ο Κώστας Ουράνης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Kλέαρχου Νιάρχου ή
Νεάρχου. Γεννιέται στα 1890 στην Κωνσταντινούπολη και επαγγελματικά
ασχολείται με το γράψιμο. Είναι δοκιμιογράφος, πεζογράφος, ποιητής,
κριτικός της λογοτεχνίας αλλά και δημοσιογράφος. Απο τους παλιούς
καλούς δημοσιογράφους – δασκάλους του λαού. Ουδεμίαν σχέση και
σύγκρισις με το σήμερα.

Το 1908 εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα και συνεργάζεται με την
εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ του Βλάσση Γαβριηλίδη. Η συνέχεια προέβλεψε για
κείνον, σπουδές στον τομέα των πολιτικών επιστημών στην Γαλλία, όπου
εκεί προσβάλλεται απο τον ιό της φυματίωσης. Αυτό τον αναγκάζει να
νοσηλευτεί στην Ελβετία όπου η μοίρα τα φέρνει ώστε να γνωρίσει την
πρώτη του σύζυγο, την πορτογαλίδα Μανουέλα Σαντιάγο. Το 1920 τον
βρίσκει γενικό πρόξενο της Ελλάδας στην Πορτογαλία., ενώ λίγο αργότερα
επιστρέφει και αρχίζει να συνεργάζεται πιο εντατικά με εφημερίδες και
περιοδικά της εποχής υπηρετώντας το χρονογράφημα.  Υπηρέτησε την
δημοσιογραφία απο πολλές θέσεις, αναμεταξύ άλλων και διευθυντικές,
αλλά και ως ανταποκριτής εφημερίδων. Το 1930 χωρίζει και παντρεύεται
την δεύτερη του σύζυγο, την γνωστή με το αν μη τι άλλο περίεργο
φιλολογικό ψευδώνυμο “Άλκης Θρύλος”, Ελένη Νεγρεπόντη.

Πεθαίνει το 1953 απο καρδιακή προσβολή μιάς και η υγεία του είχε ήδη
επιδεινωθεί κατά την διάρκεια της κατοχής.

Ο Ουράνης, υπήρξε εβληματικός ποιητής. Κυρίως ως φόρμα θα
χρησιμοποιήσει τον έμμετρο στίχο και οι ιδέες του απλώνονται σε
θεματικές όπως η ανθρώπινη μοναξιά, η απόσυρση και η αποστασιοποίηση
απο τα πράγματα και οι εσωτερικές διαμάχες αναμεταξύ του ιδεατού και
του απολύτως πραγματικού. Η αιώνια μάχη του ανθρώπου των ιδεών
εκφρασμένη με ύφος απλό, εύληπτο και με σεβασμό στον αναγνώστη, δίχως
τα φτιασίδια της νεοθολοκουλτούρας που ζούμε σήμερα. Αναγνώστη σε
προσκαλώ να σκύψεις επάνω στο έργο του Ουράνη, θα σε κάνει το μόνο
σίγουρο καλύτερο.


Ποιήματα

Ζωή

Κάποιες φορές, σὰ βράδιαζεν ἀργὰ στὴν κάμαρά μας,
τ᾿ ὠχρὸ κεφάλι γέρνοντας στὴν ἀγκαλιά μου ἀπάνω
καὶ μὲ θλιμμένο ἀνάβλεμμα στυλὰ κοιτάζοντάς με,
«θὰ μὲ ξεχάσεις;» ρώταγες «καλέ μου, σὰν πεθάνω;»
Δὲ σ᾿ ἀπαντοῦσα. Τὴ φωνὴ τὴν πνίγαν οἱ λυγμοί μου,
κι᾿ ἕσφιγγα μὲ παροξυσμὸ τ᾿ ἀδύνατο κορμί σου,
σὰ νά ῾ θελᾳ μὲς στὴ ζωὴ νὰ σὲ κρατήσω ἐνάντια
στὸ Χάρο, γιά, ἂν δὲν μπόραγα, νὰ πήγαινα μαζί σου.
Γιατ᾿ ἤσουν ὅλη μου ἡ ζωή, χαρά της καὶ σκοπός της,
κι᾿ ὅσο κι᾿ ἂν ἐστρεφόμουνα πίσω στὰ περασμένα
δὲν ἔβλεπα, δὲν ἔνιωθα κοντά μου ἄλλη ἀπὸ σένα.
Μοῦ φαίνονταν ἀδύνατο δίχως ἐσὲ νὰ ζήσω.
Καὶ τώρα ποὺ μὲ ἄφησες, μὲ φρίκη ἀναλογιέμαι
τὸ θάνατό σου, ἀγάπη μου, πὼς πάω νὰ συνηθίσω.


Koρίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ...

Κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη:
μορφές, μέσα στὴ μνήμη μου, χιμαιρικὲς κι ὡραῖες,
σὰ ρόδινες σ᾿ ἀκίνητα βάλτων νερὰ νυμφαῖες,
-τὸν τόπο ἀφότου ἀφήσατε, τί νά ῾χετε ἀπογίνει,
κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη;
Ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα,
ὢ σεῖς ποὺ μὲ μαγεύατε, παιδί, στὴν ἐπαρχία,
ὅπως μαγεύουν ἔναστρης νυχτιᾶς τὴν ἡσυχία
γλυκιὲς φωνὲς ποὺ τραγουδᾶν τραγούδια εὐτυχισμένα,
ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα;
Σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια,
οὔτ᾿ ἕνα μήνυμα ἀπὸ σᾶς δὲν ἦρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τὰ σπίτια σας -κι ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ μπαλκόνια
μόνες οἱ γριὲς οἱ βάγιες σας κοιτᾶνε πρὸς τὰ βράδια:
σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια...



Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο...

Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσ᾿ στὴν κρύα μου κάμαρα, ὅπως ἔζησα μόνος·
στὴ στερνὴ ἀγωνία μου τὴ βροχὴ θὲ ν᾿ ἀκούω
καὶ τὸν κούφιο τὸν θόρυβο ποὺ ἀνεβάζει ὁ δρόμος.
Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
μέσα σ᾿ ἔπιπλα ξένα καὶ σὲ σκόρπια βιβλία,
θὰ μὲ βροῦν στὸ κρεββάτι μου. Θὲ νἀρθεῖ ὁ ἀστυνόμος
θὰ μὲ θάψουν σὰν ἄνθρωπο ποὺ δὲν εἶχε ἱστορία.
Ἀπ᾿ τοὺς φίλους ποὺ παίζαμε πότε-πότε χαρτιὰ
θὰ ρωτήσει κανένας τους ἔτσι ἁπλά: «-Τὸν Οὐράνη
μὴν τὸν εἶδε κανείς; Ἔχει μέρες ποὺ χάθηκε!...»
Θ᾿ ἀπαντήσει ἄλλος παίζοντας: «-Μ᾿ αὐτὸς ἔχει πεθάνει».
Μιὰ στιγμὴ θὰ κοιτάξουνε ὁ καθένας τὸν ἄλλον,
θὰ κουνήσουν περίλυπα καὶ σιγὰ τὸ κεφάλι,
θὲ νὰ ποῦν: «Τ᾿ εἶν᾿ ὁ ἄνθρωπος!... Χτὲς ἀκόμα ζοῦσε!»
Καὶ βουβὰ τὸ παιγνίδι τους θ᾿ ἀρχινήσουνε πάλι.
Κάποιος θἆναι συνάδελφος στὰ «ψιλὰ» ποὺ θὰ γράψει
πὼς «προώρως ἀπέθανεν ὁ Οὐράνης στὴν ξένη,
νέος γνωστὸς εἰς τοὺς κύκλους μας, ποὖχε κάποτ᾿ ἐκδώσει
συλλογὴν μὲ ποιήματα πολλὰ ὑποσχομένην».
Κι αὐτὸς θἆναι ὁ στερνός της ζωῆς μου ἐπιτάφιος.
Θὰ μὲ κλάψουνε βέβαια μόνο οἱ γέροι γονιοί μου
καὶ θὰ κάνουν μνημόσυνο μὲ περίσιους παπάδες
ὅπου θἆναι ὅλοι οἱ φίλοι μου κι ἴσως-ἴσως οἱ ὀχτροί μου.
Θὰ πεθάνω ἕνα πένθιμο τοῦ φθινόπωρου δείλι
σὲ μία κάμαρα ξένη στὸ πολύβοο Παρίσι,
καὶ μία Κίττυ θαρώντας πὼς τὴν ξέχασα γι᾿ ἄλλην
θὰ μοῦ γράψει ἕνα γράμμα -καὶ νεκρὸ θὰ μὲ βρίσει.







Επιλεκτική εργογραφία

           Σαν όνειρα (ποίηση), 1909
Spleen (ποίηση), 1912
Νοσταλγίες (ποίηση), 1920
Κάρολος Μπωντλαίρ (κριτική μελέτη), Αλεξάνδρεια 1918
Sol y Sombra (ταξιδιωτικά), 1934
Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος (ταξιδιωτικά), 1944
Γλαυκοί Δρόμοι (ταξιδιωτικά), 1947
Ταξίδια στην Ελλάδα (ταξιδιωτικά), 1949
Αχιλλεύς Παράσχος (μυθιστορηματική βιογραφία, (1944)
Ποιήματα (συγκεντρωτική έκδοση), 1953
Ιταλία (ταξιδιωτικά), 1953
Ισπανία(ήλιος καί σκιά) (ταξιδιωτικά), 1954
Σινά (ταξιδιωτικά), 1944
Δικοί μας και ξένοι (3 τόμοι) (κριτική), 1954-1956
Στιγμιότυπα (κριτική), 1958
Αναβίωση, 1955
Αποχρώσεις, 1956
Από τον Ατλαντικό στη Μαύρη Θάλασσα (ταξιδιωτικά), 1957

Μεταφράσεις

          Edgar Allan Poe, 1809-1849, Το κοράκι. Nevermore, εκδ. Περίπλους 2008
Mark Twain, 1835-1910, Χιουμοριστικά διηγήματα, εκδ. Ηριδανός
Pierre Louÿs, 1870-1925, Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη, εκδ. Γ Βασιλείου, Αθήναι, 1921

Δεν υπάρχουν σχόλια: